Τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται

Παραμονή της Παναγίας έγραψα τελευταία φορά , σήμερα 28 Αυγούστου 2007, δυο βδομάδες μετά, η Ελλάδα όπως την ήξερα τότε δεν υπάρχει πια. Όπου και αν γυρίσω το βλέμμα μου, βλέπω ανθρώπους οργισμένους, θλιμμένους, καμένους. Γιαγιάδες και παππούδες να ξεριζώνονται βίαια από τον τόπο τους, από τη ζωή τους από την ασφάλεια τους. Να χάνουν τη γειτονιά τους, τις συνήθειες τους. 

Οι πιο δυνατοί μένουν πίσω να προστατέψουν τις εστίες τους, το βιος τους, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσουν την  ψυχή τους αλώβητη  από τη φωτιά, ενώ αυτή συνεχίζει το καταστροφικό της έργο.  Σιγοκαίει στα ξερά χόρτα και μόλις βρίσκει το παρθένο δάσος, φουντώνει ο διάολος μέσα της , αποκτά ένα κίτρινο χρώμα στην αρχή  και όταν κοκκινίσει τότε ξέρεις ότι τίποτα δεν μπορεί να τιθασεύσει την οργή της. Είναι ένα θηρίο ελεύθερο πια.  Στο πέρασμα της μεταμορφώνει , καταρρακώνει, εξοργίζει.   

Είχαμε τα πάντα και δεν έχουμε τίποτα, από την μια στιγμή στην άλλη, λόγο της αδιαφορίας, της κακής εκτίμησης της κατάστασης τις πρώτες ώρες, της συντονισμένης ασυντόνιστης προσπάθειας, μέσα από μια ανοργάνωτη χώρα από την κεφαλή μέχρι και τον τελευταίο τοπικό άρχοντα (εκτός μερικών εξαιρέσεων). 

Θέλω να κλείσω την πόρτα αφήνοντας μια μικρή χαραμάδα για να δω το φως όταν ξημερώσει. Φως που θα ανατείλει από τις προσπάθειες των απλών, ανώνυμων πολιτών που θα βοηθήσουν με όσα αποθέματα ψυχής έχουν, γιατί στην τελική μόνοι μας θα ξαναχτίσουμε τα σπίτια που χάθηκαν και μόνοι μας θα γονιμοποιήσουμε την καμένη γη πάλι.  

Η βαλίτσα με τα χρωματιστά

rotateguat.jpg Δε θυμάμαι πότε , αλλά πάει αρκετός καιρός, που η Mathilde μου είχε ζητήσει να γράψω μια ιστορία για μια βαλίτσα.

 Ήρθε τελικά η κατάλληλη ώρα. Δε θα γράψω μια φανταστική ιστορία, για φανταστικούς ανθρώπους σε ονειρικές καταστάσεις. Θα γράψω για μένα. 

Άργησα γιατί δεν είχα αποφασίσει για πιο λόγο θα φτιάξω τη βαλίτσα. Συνήθως μια βαλίτσα πρώτα τη γεμίζεις και μετά την αδειάζεις. Υπάρχει όμως κανένας λόγος να ακολουθήσω αυτή την πορεία; Γι’ αυτό , λοιπόν , ξεκίνησα ανάποδα. Πρώτα την άδειασα από τα παλιά και πολυφορεμένα και μετά άρχισα να την γεμίζω με ολοκαίνουργια χρωματιστά. 

Σε λίγο θα είναι έτοιμη και όταν την κλείσω το ταξίδι θα ξεκινήσει, χωρίς εισιτήριο επιστροφής, και θα είναι συναρπαστικό